Δεν έτρωγαν πλέον…το μόνο που τους έθρεφε ήταν το άγγιγμά τους. Τυλίγονταν μεταξύ τους σαν δυο κισσοί που αναρριχώνται στα ουράνια. Κάθε φιλί, κάθε άγγιγμα κι ακόμα μια μπουκιά που πότε λαίμαργα, πότε αργά έκλεβαν ο ένας απ’ τον άλλο.
Ήταν μεγάλο εκείνο το καλοκαίρι καθώς πυράκτωνε τα κορμιά τους. Οι ακτίνες του ταξίδευαν πάνω τους σαν ένα τοπίο άγνωστο κι όμως κοντινό. Κάθε σπιθαμή τους έφερνε πέρα από λιβάδια που χρύσιζαν τα στάχυα, στις έρημες απόμερες έρημους, στα δάση τα πυκνά, στις λίμνες τις βαθιές και πάλι από την αρχή…Πάλι ένα διαφορετικό τοπίο. Ήταν σαν να ήξερες το τοπίο του εραστή σου όμως, πάλι σαν να άρχιζες ξανά, πορευόσουν σε ένα μέρος πρωτόγνωρο όπως κάθε μονοπάτι που είχε το όνομα σου πάνω. Κάθε κομμάτι ζητούσε την υπογραφή σου, το χάδι, το άγγιγμα, το φιλί…
Και σαν προσπάθησαν, μάταια, κάποια στιγμή να χωριστούν, μια περίεργη μαγνητική έλξη τους κρατούσε μαζί. Σε μια τροχιά γύρω από έναν πλανήτη που μέσα του συσσωρεύονταν όλα αυτά τα ξένα κι όμως οικεία αγγίγματα. Μεγάλωνε διαρκώς, μέχρι να εκραγεί και να τους τραβήξει σε ένα άλλο σύμπαν κι εκεί να δημιουργηθούν ξανά από την αρχή…
It was a long summer, that burned in their bodies. Its rays traveled on them like a mystical, unfamiliar landscape yet in their grasp. Every inch brought them over pastries where the wheat would lay its golden head in the sun, to desolate deserts, to dense green forests and lakes deep plunging under their feet and back from the beginning all over. It was as if you knew the landscape of your lover, yet started again to learn every piece that was part of it. walking in a place that was unexplored, still had your name in every path you took.Every path that yearned your signature, your touch, your caress, your kiss...
And when they tried, in vain, one day to separate, a strange magnetic force kept them together. In an orbit around a planet that gathered all these foreign yet familiar touches. Growing ever larger until exploding into a new universe where they could be born anew...
0 comments:
Post a Comment